οἴμη


οἴμη
песнь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "οἴμη" в других словарях:

  • οίμη — οἴμη, ἡ (Α) 1. άσμα, τραγούδι, ωδή («οἴμας Μοῡσ ἐδίδαξε», Ομ. Οδ.) 2. η ικανότητα να τραγουδά κάποιος («θεὸς δὲ μοι ἐν φρεσὶν οἴμας παντοίας ἐνέφυσεν», Ομ. Οδ.) 3. (κατά τον Ησύχ.) «οἴμη λόγος, ἱστορία». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη,… …   Dictionary of Greek

  • Οἴμη — way of song fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἴμη — way of song fem nom/voc sg (attic epic ionic) οἰμάω swoop pres imperat act 2nd sg (doric) οἰμάω swoop pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) οἰμάω swoop imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἴμῃ — Οἴμη way of song fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἴμῃ — οἴμη way of song fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράτοιμος — οίμη, ον, Μ εντελώς ετοιμασμένος, τελείως έτοιμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + έτοιμος] …   Dictionary of Greek

  • Οἰμᾶν — Οἴμη way of song fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰμᾶν — οἴμη way of song fem gen pl (doric aeolic) οἰμάω swoop pres part act masc voc sg (doric aeolic) οἰμάω swoop pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) οἰμάω swoop pres part act masc nom sg (doric aeolic) οἰμᾶ̱ν , οἰμάω swoop pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἴμαις — Οἴμη way of song fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἴμαις — οἴμη way of song fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἴμην — Οἴμη way of song fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)